Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γραφή και Ανάγνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γραφή και Ανάγνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη

μια αγάπη για το καλοκαίρι...*

ΚΑΙ ΤΙ ΔΕ ΒΛΕΠΕΙ το αυγουστιάτικο φεγγάρι!
Εκείνη. Φορούσε ένα κοντό φορεματάκι με βολάν δαντελίτσα και φρουφρού. Στα ολόξανθα μαλλιά της δέσποζε ένας μεγάλος φιόγκος. Λαμέ.
Εκείνος. Είχε το μαλλί μπον μπον. Όταν την είδε ένοιωσε κάτι έντονο μέσα του σαν σκίρτημα. Πολύ θα ήθελε εκείνη τη στιγμή να της δώσει ένα χαστούκι, να της τραβήξει τα μαλλιά ή να της χώσει μια κλωτσιά στο καλάμι, για να της κερδίσει την προσοχή. Κι όταν εκείνη θα άρχιζε να κλαίει, να την αγκαλιάσει τρυφερά και να της πει «μη, σταμάτα, εγώ σ’ αγαπάω». Απ’ την άλλη όμως, αυτή τη μέθοδο, όσες φορές την είχε δοκιμάσει, μόνο μπελάδες του είχε φέρει.
Τελικά να που δεν χρειάστηκε να εφαρμόσει τίποτα απ’ τα δυναμικά κόλπα του.
Εκείνη ήλθε μόνη της προς το μέρος του, τον γυρόφερε αναγνωριστικά δυο-τρεις φορές και τον ρώτησε:
– Παιδάκι θέλεις να παίξουμε;
Αν ήθελε λέει;
– Το δικό μου ποδήλατο τρέχει σαν το αυτοκίνητο του μπαμπά μου!
Άσχετον!
Κανόνας. Όλα τα αρσενικά από τεσσάρων έως ενενήντα τεσσάρων ετών, η πρώτη φράση που λένε σε μια γυναίκα που τους ενδιαφέρει, είναι μια άσχετη φανφαρόνικη μπαρούφα.
Ωστόσο έλαμψε το πρόσωπό του.
Έβρισκε πάνω της αυτό το κάτι που δεν το είχαν όλες οι γυναίκες που συνάντησε στην μέχρι τώρα πολυτάραχη ζωή του, ως τα πέντε του χρόνια, δηλαδή.
Ήταν τόσο όμορφο κορίτσι που τον είχε θαμπώσει η ομορφιά της. Και προπαντός το νάζι της.
Η τσαχπίνα και ο μπόμπιρας.
– Πώς σε λένε;
– Θεανώ. Εσένα;
– Αχιλλέα.
– Ένα θείο μου τον λένε Αχιλλέα, του είπε κι έκανε μια τσαχπινιά.
Αυτός σαν κάτι να θυμήθηκε ξαφνικά, έβγαλε από την τσέπη του διάφορες κάρτες με κάτι τρομερούς εξολοθρευτές και της τις έδειξε γεμάτος ενθουσιασμό.
Αυτή ωστόσο δεν φάνηκε να εντυπωσιάστηκε καθόλου.
Απογοήτευση.
– Αχιλλέα, πάμε γύρω-γύρω από το συντριβάνι με τα ποδήλατά μας;
– Φύγαμε! Όποιος πάει πρώτος θα είναι ο νικητής! Εεεεεε!
– Να προσέχεις μην πέσεις! Ακούστηκε η φωνή της μαμάς του Αχιλλέα που τον καταδίωκε ακόμη και τώρα, σ’ αυτή την πρωτόγνωρη ευτυχισμένη στιγμή του μ’ ένα «να» κι ένα «μη».
Α στην οργή πια, αυτοί οι μεγάλοι τίποτα δεν καταλαβαίνουν!
[...]
Η αυγουστιάτικη πανσέληνος έμοιαζε με ένα τεράστιο ολόχρυσο μεταγιόν κατάστηθα στον ουρανό.
Όλα, μα όλα, αυτό το υπέροχο βράδυ, θαρρείς ότι ήταν ένα παραμυθένιο σκηνικό που στήθηκε μόνο και μόνο για να ενώσει δύο ανθρώπους.
Ο Αχιλλέας με τη Θεανώ έκαναν μερικές φορές το γύρο του συντριβανιού.
Τα δέντρα και τα λουλούδια εκεί τριγύρω έστελναν τις ευωδιές τους τις μεθυστικές. Πάντα το γιασεμί και το αγιόκλημα κάνουν ακόμα και το πιο συνηθισμένο αλσάκι, κάπου στης Ακρόπολης τα μέρη, να γίνεται σωστός παράδεισος ένα βράδυ του Αυγούστου.
[...]
– Αχιλλέα, θέλεις να τα φτιάξουμε; ρώτησε η Θεανώ καθώς κολλούσε τα αυτοκόλλητα στο ροζ ποδηλατάκι της.
– Ποια; Τα αυτοκόλλητα; ρώτησε όλο αθωότητα κι αφέλεια ο Αχιλλέας.
– Όχι βρε χαζούλη! Σου λέω να γίνεις τ’ αγόρι μου!
Εκείνος έπεσε σε βαθιές σκέψεις.
Η Θεανώ έδειχνε αποφασιστική. Ίσως σ’ αυτό βοήθησε και μια ευωδιαστή ριπή από ένα αγιόκλημα.
– Έλα βρε να τα φτιάξουμε. Δεν θέλεις να είμαι το κορίτσι σου;
Το τελευταίο το είπε με νάζι. Πολύ νάζι.
– Θα χωρίσω με την Αγγελική, δεν την αγαπάω... δήλωσε κατηγορηματικά ο Αχιλλέας.
– Εγώ χώρισα με το Δημήτρη. Ουφ πια! Όλο χωρίζουμε μ’ αυτόν τον κύριο! Είπε η Θεανώ.
[...]
Το αυγουστιάτικο βραδινό έφτασε στην κορύφωση της ομορφιάς. Τα έντομα οργίαζαν διονυσιακά γύρω από τα φώτα. Τα μελτεμάκια ανακάτευαν τα γυναικεία πατσουλιά, τις ευωδιές των πεύκων, των λουλουδιών και τις τσίκνες των υπαίθριων ψησταριών κι έκαναν ένα κοκτέιλ μεθυστικής καλοκαιριάτικης πανδαισίας.
– Θέλεις να κάνουμε κοιλίτσα-κοιλίτσα; πήρε την πρωτοβουλία αυτή τη φορά ο Αχιλλέας.
– Τι είναι αυτό;
– Το κάνουμε στο νηπιαγωγείο... Αγοράκια με κοριτσάκια... Σηκώνω εγώ την μπλούζα μου, σηκώνεις εσύ την μπλούζα σου και κολλάμε κοιλίτσα-κοιλίτσα.
– Είναι κακό αυτό, η κοιλίτσα-κοιλίτσα;
– Ου είναι ωραίο!
Προχώρησαν πίσω από μια συστάδα θάμνων. Κι ένοιωσαν μια γλυκιά ζεστούλα και τα δυο τους που κανείς δεν μπορεί να περιγράψει.
Ξεθάρρεψαν πολύ. Μίλησαν για όλα. Ακόμα και για κάποιες ανατομικές λεπτομέρειες. Ένα τέτοιο βράδυ του Αυγούστου, όλα επιτρέπονται.
[...]
Της απάγγειλε μέχρι και ποίηση. Το ποίημα δηλαδή που είπε φέτος στην αποχαιρετιστήρια γιορτή στο μικρό νηπιαγωγείο.

Ένας ποντικός, αισθηματικός
νεαρός με δίχως πείρα,
τι τρελά που ‘ναι τα νιάτα
έτσι τα΄φερε η μοίρα
κι ερωτεύτηκε μια γάτα.

Μπλέξιμο κακό για τον ποντικό.
Απ’ την τρύπα του κρυμμένος
καμαρώνει την Γκριζέτα
κι ονειρεύετ’ ο καημένος
άσπρα πέπλα και κουφέτα.

Ώσπου μια βραδιά, αχ μικρά παιδιά!
Ξεθαρρεύει και ζυγώνει
την ιδανική του νύφη
μα εκείνη τον γραπώνει
και τον τρώει τον ερίφη!

Αχ βρε ποντικέ, αισθηματικέ.
Το χαμό σου όλοι κλαίμε...
μέγα πλήγμα ο θάνατός σου
μα εδώ πέρα που τα λέμε...
τα ‘θελε κι ο απαυτός σου!

* * *
Εκείνη γέλασε με την καρδιά της. Κι η βουλίτσα στο μαγουλάκι της φάνηκε έντονα πολύ.
Εκείνος προτίμησε από τον ενθουσιασμό του να κάνει δυο τρεις φιγούρες.
[...]
– θέλεις να σε φιλήσω στο στόμα;
– Εγώ τι θα κάνω;
– Το έχω δει στην τηλεόραση πολλές φορές και η μαμά μου με τον μπαμπά μου το κάνουν…
– Δείξε μου, έλα τώρα…
– Λοιπόν. Τα μάτια μας πρέπει να είναι κλειστά.
– Και πώς θα βλέπουμε μωρέ;
– Ε, αφού έτσι κάνουν οι μεγάλοι σου λέω! Τους έχω δει. Όταν φιλιούνται στο στόμα έχουν κλειστά τα μάτια.
– Να, έτσι;
– Μη τα σφίγγεις βρε παιδάκι μου. Κλειστά, όπως κοιμάσαι.
– Έτσι;
– Ναι. Μετά κρατάμε την ανάσα μας, ύστερα σουφρώνουμε τα χείλη μας και κολλάμε τα στόματά μας, ανοιχτά.
– Θα σκάσω.
– Αφού έτσι, σου λέω, κάνουν οι μεγάλοι!...
Τελικά... Κανένα φιλί ποτέ στον κόσμο, δεν είχε τόσο όμορφο διάκοσμο. Όσο αυτό! Το παραδεισένιο σκηνικό της πιο γόησσας νύχτας.
Το πιο όμορφο φιλί!
– Θεανώ...
– Τι;
– Κατάπια την τσίχλα!
– Κι εγώ!
Ίσως τη δεύτερη φορά να είναι καλύτερα.
– Και μη ξεχνάς. Πρώτα κλείνεις τα μάτια, μετά κρατάς την ανάσα, σουφρώνεις τα χείλη και κολλάς το στόμα.
Αν δεν ανακάλυπτε ο έρωτας τους ανθρώπους, σίγουρα, θα τον ανακάλυπταν αυτοί!
[...]
Ένας φιόγκος υπέκυψε στο νόμο της βαρύτητας κι έπεσε στο χώμα.
– Χιχι! Μη σφίγγεις τα μάτια σου μωρέ, λες και σου κάνουν εμβόλιο.
– Μμ. Έτσι;
– Μμ! Έτσι!
Εκείνη ακριβώς, την πιο όμορφη και παραδεισένια στιγμή, μια φωνή σκίζει όλο αυτό το θείο σκηνικό, σαν χαρτί.
– Αχιλλέα! Που είσαι παιδί μου; Έλα εδώ γιατί φεύγουμε!
Ένα δροσερό αεράκι σηκώθηκε, σαν να συμφώνησε λέγοντας σε κάπως αυστηρό τόνο.
– Αρκετά!
* * *
Σε λίγο οι πλατείες και τα αλσάκια θα ερημώσουν. Τα πρωτοβρόχια θα λούζουν τους θάμνους και μαζί θα βρέχεται πίσω από κείνο το θαμνάκι ένας τεράστιος λαμέ φιόγκος. Χωρίς ποτέ κανείς να μάθει το πώς βρέθηκε εκεί.
Καληνύχτα αυγουστιάτικο φεγγάρι!
Γεια σου όμορφο καλοκαιράκι!
Αντίο βιαστικέ πρώτε μου έρωτα!
*Αλέκος Σακελλάριος–Δήμος Λεβιθόπουλος «Κάνε πως γελάς, μας βλέπουν!», εκδ. ΜΙΧΑΛΗ ΣΙΔΕΡΗ, ΑΘΗΝΑ 2007.

Δευτέρα

Όταν η λήγουσα είναι μακρά...

Ο μεγάλος φιλόσοφος και ιδρυτής της επιστημονικής λεξικογραφίας, Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (257–180 π.Χ.), επινόησε τους τόνους [οξεία (΄), βαρεία (`) & περισπωμένη (~)] και τα πνεύματα [δασεία (‛) & ψιλή (’)] προκειμένου να βοηθηθούν οι ξένοι μελετητές, της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, στη σωστή ανάγνωση και προφορά της, καθώς η αρχαία ελληνική γλώσσα ήταν μουσική και τονική.
Οι βυζαντινοί μελετητές, όταν γενικεύτηκε η χρήση της μικρογράμματης γραφής (περ. 800–850 μ.Χ.), έκριναν σκόπιμο να χρησιμοποιήσουν το τονικό αυτό σύστημα, παρά το γεγονός ότι δεν είχε πρακτική σημασία, για τα βυζαντινά και νέα ελληνικά.
Έτσι κληρονόμησαν οι Νεοέλληνες το πολυτονικό σύστημα τη χρήση του οποίου, για αιώνες, θεωρούσαν επιβεβλημένη.
Το αίτημα, για απλοποίηση του τονικού συστήματος, εντοπίζεται ήδη από το 18ο και το 19ο αι., καθώς οι τόνοι και τα πνεύματα προκαλούσαν, συχνά, την έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των οπαδών της δημοτικής και της καθαρεύουσας.
Πρωτοπόρος, της κατάργησής τους, ήταν ο Νικόλαος Φαρδύς ο οποίος, το 1884, σε κείμενό του επιχειρεί να απαλλάξει την καθαρεύουσα από τους τόνους και τα πνεύματα. Σε ανάλογες κινήσεις προβαίνουν ο Ισίδωρος Σκυλίτσης, ο Αλέξανδρος Πάλλης και πολλοί άλλοι γλωσσολόγοι και λογοτέχνες της εποχής, όπως ο Γεώργιος Χατζιδάκις που, αν και ένθερμος αντίπαλος του δημοτικισμού, προτείνει το 1911 την απλοποίηση του τονισμού στα σχολεία λόγω των προβλημάτων που διαπίστωσε ότι αντιμετώπιζαν οι μικροί μαθητές. Θερμός υποστηρικτής, της απλοποίησης του τονικού συστήματος, ήταν και ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης ο οποίος, το 1913, πρότεινε ένα ριζοσπαστικό τονικό σύστημα που ο ίδιος, όμως, δεν επιχείρησε ποτέ να χρησιμοποιήσει στα κείμενα του.
Το θέμα, εκτός από τους ανθρώπους του πνεύματος, απασχόλησε έντονα και την Πολιτεία.
Το 1931 ο υπουργός Παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου, απευθυνόμενος στις Φιλοσοφικές Σχολές Αθήνας και Θεσσαλονίκης και στην Ακαδημία Αθηνών, ζήτησε προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του τονικού συστήματος. Από τις προτάσεις που έγιναν, όμως, καμιά δεν υπερίσχυσε, ώστε να κατατεθεί στο Υπουργείο Παιδείας και να αποτελέσει αφετηρία για μεταρρύθμιση.
«Το 1938 επί δικτατορίας Ιωάννη Μεταξά, ο ίδιος ο δικτάτορας συγκρότησε μια επιτροπή, με επικεφαλής τον γλωσσολόγο Μανόλη Τριανταφυλλίδη, με σκοπό να συντάξει τη γραμματική της δημοτικής. Ο Μεταξάς, όμως, απέρριψε την πρόταση, για την απλοποίηση του τονικού συστήματος, με το αιτιολογικό ότι οι θέσεις των μελών της επιτροπής έρχονταν σε αντίθεση με τις θέσεις του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου.»
Το χειμώνα του 1941-1942, εν μέσω γερμανικής κατοχής, κάποιοι από τους παλιούς καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, έστειλαν στο Πειθαρχικό το νέο και προοδευτικό συνάδελφό τους Ιωάννη Θ. Κριαρίδη, επειδή έγραψε το βιβλίο του Ελληνική Κλασσική Παιδεία (εκδ. Νοέμβριος 1939) στη δημοτική και σε μονοτονικό σύστημα. «“Η Δίκη των τόνων”, που έγινε στο όνομα της “γλωσσικής ενότητας της ελληνικής φυλής”, ξεκίνησε τον Νοέμβρη του 1941 και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1942, με την απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Φιλοσοφικής Σχολής για δίμηνη παύση του Ι. Κριαρίδη.» Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης χαρακτήρισε την ενέργεια αυτή «πατριωτισμό της περισπωμένης».
Το 1976, επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, η Πολιτεία προσπαθεί για τρίτη φορά να διευθετήσει το θέμα. «Ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Ράλλης συγκρότησε μια επιτροπή στην οποία ανέθεσε την εξέταση της νέας γραμματικής. Η επιτροπή αυτή εξέτασε και το ζήτημα του τονισμού και, μετά από ομόφωνη απόφαση, εισηγήθηκε στην ηγεσία του υπουργείου την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος, αλλά η Πολιτεία δίστασε να προχωρήσει στην εφαρμογή της.»
Το 1981, όταν ήλθε στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ, με την υπ’ αριθμό Φ 900.43/4/9/14145/2.12.1981 απόφαση, του τότε υπουργού Παιδείας Ελευθέριου Βερυβάκη, με θέμα: «Εισαγωγή του μονοτονικού στην Εκπαίδευση» συστήθηκε ειδική επιτροπή που ανέλαβε την επεξεργασία και υποβολή πρότασης, σχετικής με τον τρόπο τονισμού της ελληνικής γλώσσας. «Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, η επιτροπή υπέβαλε την πρόταση της στο Υπουργείο Παιδείας.»
Τη Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 1982, κοντά στα μεσάνυχτα και μετά την ολοκλήρωση, από τη Βουλή των Ελλήνων, της συζήτησης σχετικά με την «Εγγραφή των Μαθητών στα Γενικά, Τεχνικά και Επαγγελματικά Λύκεια», ο υπουργός Παιδείας, εντελώς ξαφνικά, εισηγήθηκε προς ψήφιση την 2η τροπολογία του νομοσχεδίου η οποία αφορούσε στον τρόπο διεξαγωγής των εισαγωγικών εξετάσεων και προέβλεπε καθιέρωση μονοτονικού συστήματος. Η καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος ψηφίστηκε γύρω στις 2 μετά τα μεσάνυχτα από τη συμπολίτευση και την ελάσσονα αντιπολίτευση. Η ΝΔ, με την αιτιολογία ότι ένα τόσο σημαντικό θέμα απαιτούσε περισσότερο χρόνο για συζήτηση, είχε αποχωρήσει από τη διαδικασία.
«Ωστόσο, ακόμα και στις μέρες μας, το θέμα επανέρχεται συχνά, στον συντηρητικό κυρίως Τύπο...»


ΠΗΓΗ: Ε.Ε.Δ.Ε., Το κόκκινο βιβλιαράκι του κειμενογράφου, Εκδ. ΠΕΔΙΟ, ΑΘΗΝΑ 2009.


Κυριακή

«Παντού υπάρχει ένας μύθος...»

«Και Θεός να γεννηθείς, δε γίνεται αλλιώς. Από μωρό θα ξεκινήσεις. Ένα ζαρωμένο μωρό, που θα βγει στον κόσμο γεμάτο πανάδες και κοκκινίλες, θα ξεφωνίζει σαν καραμουζάκι μέχρι που την πρώτη στιγμή να τρομάζει κι η ίδια του η μάνα. «Εγώ τον γέννησα τούτο το Ζερζεβούλη;»
Μόνο ο μπαμπάς καμαρώνει στους καφενέδες και λέει: «Να δείτε, ρε παιδιά, έναν αγόραρο, τέσσερα κιλά το άτιμο!» Γιατί το παν δεν είναι να κάνεις παιδί. Είναι να το βγάλεις κι αγόρι. Αμέ; Έτσι μας έμαθε η Γραφή. «Ο αποκτών υιόν μηδέποτε αποθνήσκει». Τις κοπέλες; Τις έχουνε σε δεύτερη μοίρα. Κει πέρα στην Ασία ήτανε μπελάς και εμπόρευμα. Σε μας μονάχα μπελάς… «Ο υιός ο συνεχίζων την γενεάν...» Τρίχες. Κι άμα δεν κάνουμε κορίτσια με ποιους θα συνεχιστεί η γενεά; Μόνοι μας θα τα γεννάμε;...
[...]
Γεννιέται λοιπόν το παιδί, έστω και Θεός, τα φτιάνει απάνω του, βρομίζεται, ξερνάει, σιχασές πράματα. Κι αν είναι το παιδί κανενός μεροκαματιάρη, κανένας δεν του δίνει σημασία, «πφ! χαρά στο κουτάβι». Αν είναι όμως κάνα γαλαζοαίματο, χαλάει ο κόσμος. «Ο πρίγκηψ Ευγένιος Βονιφάτιος, Ριχάρδος, Φραγκίσκος, Αύγουστος, Μαρία, Εγεράρδος Φον Καθοίκεν», μέχρι που του κοτσάρουνε και παράσημο γιατί μας έκανε τη μεγάλην εύνοια να γεννηθεί... Άσχετο αν ο Φον Τέτοιος βγαίνει ένας σκατέας που δεν αξίζει δεκάρα και, περιπλανάται στον κόσμο «άχθος» με όλα του τα ονόματα και, από την άλλη μεριά, το παιδί του μεροκαματιάρη μπορεί να λέγεται Νεύτωνας, Φρόυντ, Πασκάλ, Παστέρ, Αϊνστάιν... Να γεννηθείς είν’ εύκολο να γίνεις είναι μια δυσκολία...
Με τον Δία τα πράματα ήτανε κομμάτι διαφορετικά. Αν και Θεός, ο «μέγιστος», δεν πέσανε κεραυνοί εορταστικοί και δεν ανοίχτηκε βιβλίο συγχαρητηρίων στ’ ανάκτορα του Ολύμπου. Διότι το παιδί γεννήθηκε μυστικά.
[...] ο μπαμπάς Κρόνος (Χρόνος) τα ‘τρωγε τα παιδιά κι η μαμά του Ρέα πήγε στην Κρήτη και γέννησε μυστικά τον πιτσιρίκο… Σήμερα είναι κοπέλες που πάνε το πρωί στον γυναικολόγο για μια «κρυφούλα επέμβαση» και το βράδυ πάνε στο κλαμπ και χορεύουνε... Κι εφόσον οι κοινές κοπέλες κάνουνε τέτοια, δεν ήτανε δύσκολο και στη Ρέα να τα μπουρμπουδιάσει τα πράματα. Ξεπέταξε τον Μπέμπη, και το εσπέρας γύρισε στον άντρα της.
– Γεννήσατε;
– Βεβαίως.
– Το μωρό. Πεινάω.
Του ‘δωσε την πέτρα τυλιγμένη, την κατάπιε ο Κρόνος κι ησύχασε.[...]
Μόλις γεννήθηκε ο Ζεύς, να ΄σου και κατεβήκανε κάτι Νύμφες από το βουνό. Τη Δίκτη της Κρήτης.
[...]
– Να το φροντίσουμε εμείς, μια και σεις πάτε στον κύριο σας;
– Θα με υποχρεώσετε.
[...] Νύμφες και βασιλοπούλες το παραλάβανε και το φροντίσανε το παιδί. Θεός από δω, βασιλιάς από κει, είχε πολλές γκουβερνάντες. Τι; Οικονομίες θα κάνουμε;... Οικονομίες γίνονται άμα και είναι να τα πληρώσεις από την τσέπη σου. Άμα τα πληρώνει ο καλός λαός των πιστών σου, βάρα του στο δοξαπατρί...
Κείνη την εποχή δεν είχανε ανακαλυφθεί ακόμα οι παιδικές τροφές που παίρνουν το καλαμπόκι και το κάνουν αλεύρι και το διαφημίζουν άνθος Τάδε ή Δείνα... Τα παιδιά τρώγανε γάλα κι οι Θεοί των Ελλήνων ήτανε κι αυτοί πλάι στις ανθρώπινες αδυναμίες και στην ανθρώπινη ανάγκη (αυτό άλλωστε ήταν και το Μεγαλείο τους.) Στην Αίγυπτο, ο Όσιρις έδινε να φάει ο κόσμος. Στην Ελλάδα, ο κόσμος έδινε να φάει ο Θεός...
[...]
Ας ξαναγυρίσουμε λοιπόν στο πεινασμένο θεόπουλο. [...] Το σύνθημα ρίχτηκε από τις Νύμφες...
«Γάλα για τον Μπέμπη».
Ήτανε μια κατσίκα που τη λέγανε Αμάλθεια... Κόρη του Ήλιου και τρομερή να τη βλέπεις. Χειρότερη από κάτι κατσίκες που πάνε στα καλλιστεία να γίνουνε «μις». Τόσο φριχτό ήτανε τούτο το ζώο, που μήτε οι Τιτάνες δεν μπορούσανε να το βλέπουνε. Πήγανε στη Γη και την παρακαλέσανε:
– Αμάν, κρύφ’ τηνε, μας θυμίζει την πεθερά μας.
Κι η Γαία την έκρυψε μέσα σε μια σπηλιά, στην Κρήτη. Όμως το γάλα της ήτανε πρώτης τάξεως κι η κατσίκα μ’ όλη της την ασκήμια στοργική... (Όσο φριχτή κι αν είναι η μάνα που σε βυζαίνει, η στοργή δεν της απολείπει.) Βύζαξε τον δράκο και τον μεγάλωσε.
Η Αμάλθεια είναι αληθινά ένα σύμβολο. Να μερικά από τα αγαθά της:
Πρώτα το κέρας της. Το κέρατό της. Μια μέρα το ΄σπασε απάνω σ’ ένα δέντρο και οι κόρες του Μέλισσου το πήρανε και το τυλίξανε σε φύλλα και το πήγανε στο παιδί. Ο Θεός τούς το χάρισε και το ‘κανε μαγικό. Άμα έλεγες μια ευχή, ότι κάτι επιθυμείς, το κέρατο γέμιζε με κείνο που ζήταγες και σ’ το έδινε αμέσως.
Ήτανε, να πούμε, ο μισθός που έδωσε ο Ζευς στις γκουβερνάντες του. Το περίφημο «κέρας της Αμαλθείας».
Μετά, το τομάρι της. Όταν ψόφησε η αιξ, το πήρε ο Ζευς και το έριξε επάνω του. Άμα το φόραγε, τίποτα δεν τον πέρναγε. Είναι η περίφημη «αιγίς» –η προστασία– [...]
Αργότερα που ήρθε στα πράματα ο Ζευς, ευγνωμοσύνης ένεκεν, τοποθέτησε την Αμάλθεια και το κέρας στον ουρανό και τα ‘κανε αστερισμούς. Γιατί και τους Θεούς ακόμα όσοι τους δίνουνε και τρώνε, τους κολακεύουνε και μπαίνουνε εκ δεξιών και δεν τραβάνε των παθών τους τον τάραχο, ως ημείς οι γελοίοι, που γκρινιάζουμε έτσι και φάνε λιγάκι παραπάνω από τον ιδρώτα μας...»


(Το κείμενο είναι, μικρό, απόσπασμα από την Ελληνική Μυθολογία του Νίκου Τσιφόρου.)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Με τούτη την ανάρτηση
που άσχετη, ίσως, μοιάζει
στον
ΣΚΡΟΥΤΖ
ανταποκρίνομαι για να
μη μου... «γκρινιάζει»!

Μα θα μου πείτε: «Άσματα
σου ζήτησε ο JKOK,
τι έγινε ο οίστρος σου;
Δεν έχει άλλα; Γιοκ;
Για λύσε μας, λοιπόν,
τέρας την απορία...
έχεις να καταθέσεις
τραγούδια με "ιστορία";»

Θα σας τη λύσω πάραυτα
με το «Η ΜΟΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ»,
που λέει πως «δένονται» οι ζωές
μέσα απ' τα παρα-μύθια!

Το διάλεξα και, σ’ όλους σας,
μ’ αγάπη το χαρίζω
γιατί τη σχέση* μου, με σας,
σ’ αυτό αναγνωρίζω!

*[Προσωπικό μου στοίχημα,
με την τεχνολογία,
ήτανε αρχικά...
μα κέρδισα σε γνώσεις,
όσο και σε αισθήματα,
πιότερο τελικά!
]

Στην Φοίβη
το ανάρτησα...
κάντε της ένα click!
Ανάρτηση στο Κέρας,
γίνεται δίχως link?

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ:
ΣΚΡΟΥΤΖΑΚΟ ΜΟΥ Σ' ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
ΓΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΑΚΙ
ΚΙ ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΣ
ΠΟΥ ΑΡΓΗΣΑ... ΛΙΓΑΚΙ?!

ΜΊΑ ΑΚΟΜΑ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
ΚΡΑΤΑΩ ΣΤΟ "ΣΥΡΤΑΡΙ"
ΠΟΥ, ΕΝ ΕΥΘΕΤΩ ΧΡΟΝΩ,
ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΘΑ ΠΑΡΕΙ!!

ΓΙΑΤΙ ΟΠΩΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ
ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΕΚΛΟΓΕΣ
ΚΑΙ ΛΕΩ, ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟ
ΦΡΕΣΚΟ, ΝΑ ΠΑΡΑΛΑΒΩ...
ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ(?) ΤΙΣ ΒΟΥΛΕΣ!!!

Δευτέρα

e-συχία...

- Μάλα δεν αλλάζεις
συνέχεια διαβάζεις
ήθελα να ξέρω
δε νυστάζεις?
Μόνη μου βαριέμαι,
πώς στεναχωριέμαι,
μόνο τα βιβλία σου αγαπάς.


-Μη μιλάς.
-θα μιλάω.
-Μ’ ενοχλείς.
-Που να πάω?
-Ησυχία.
-Μάλα είσαι πολύ στριμμένη.

-Φτάνει πια.
-Τι εννοείς?
-Να μιλάς.
-Θα μιλάω.
-Ααα... θα τις φας.
-Μάλα είσαι πολύ κακιά.


-Τι να γίνει? Τι να κάνω?
Στα βιβλία την ώρα μου,
όλοι, μου λένε πώς χάνω,
μα έτσι είμαι ‘γω...!

Τι να γίνει? Τι να κάνω?
Τα βιβλία, μια μέρα, αν μου πάρουν
μπορεί να πεθάνω...
μα έτσι είμαι ‘γω,
τα βιβλία αγαπώ!

Ίσως, μια μέρα, όταν μεγαλώσω(?!)
σε κάποιο βιβλίο κι εγώ,
μπορεί να τρυπώσω...
χαρτί και μελάνι να γίνω,
για πάντα σε μια σκονισμένη γωνιά,
μαζί με τα βιβλία μου, να ζήσω!

Τι να γίνει? Τι να κάνω?
Τα βιβλία, μια μέρα, αν μου πάρουν
μπορεί να πεθάνω...
μα έτσι είμαι ‘γω,
τα βιβλία αγαπώ!



Με αγάπη...

Ήταν Δεκέμβριος, η τελευταία ημέρα του χρόνου. Χιόνιζε ασταμάτητα και η μεγάλη πόλη είχε σκεπαστεί με ένα κατάλευκο πέπλο, ενώ το σούρουπο έπεφτε μουντό. Στους χιονισμένους δρόμους, χαρούμενοι διαβάτες βάδιζαν βιαστικά, φορτωμένοι με φανταχτερά πακέτα και δώρα. Μα κανείς δεν έδινε σημασία στο κοριτσάκι με τα σπίρτα!

Άδικα η μικρή ορφανή διαλαλούσε τη φτωχική πραμάτεια της και σίμωνε δειλά τους περαστικούς, ζητώντας με σβησμένη φωνή να αγοράσουν ένα κουτί σπίρτα. Άδικα ψιθύριζε αχνά πως δεν ζητιάνευε, πως πουλούσε σπίρτα για να ζήσει, αφού δεν είχε κανένα στον κόσμο. Δεν είχαν ώρα για μία πλανόδια πωλήτρια. Νύχτωνε και όλοι βιάζονταν να επιστρέψουν στα ζεστά τους σπίτια, στην οικογενειακή θαλπωρή, στο γιορτινό τραπέζι με τις χίλιες λιχουδιές, στο καταστόλιστο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

[...]

Αναστενάζοντας απογοητευμένη, η μικρούλα με τα σπίρτα ανασηκώθηκε και ξαναπήρε τη στράτα, σέρνοντας βαριά τα βήματά της. Ένιωθε πια βασανιστικά το κρύο, την κούραση, την πείνα, μα δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί σπίρτα από το πρωί. Πώς να γυρίσει νηστική, χωρίς ούτε ένα ξεροκόμματο, πίσω στην παγωμένη τρώγλη; Αλλά πάλι, ποιος θα αγόραζε σπίρτα τη νύχτα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς; Όλοι είχαν τα πάντα περισσά.

Οι δρόμοι είχαν τώρα ερημώσει. Από τις σφαλιστές εξώθυρες ακούγονταν κάλαντα, τραγούδια και γέλια και πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα φάνταζαν πανέμορφα τα στολισμένα δέντρα.Το κοριτσάκι προχώρησε στη γωνιά του δρόμου και, μαγεμένη λες, κοντοστάθηκε κάτω από τον αναμμένο φανοστάτη. Από το παράθυρο κάποιου σπιτιού έβλεπε ένα δωμάτιο με χριστουγεννιάτικες γιρλάντες και στολίδια και μία τρυφερή μανούλα να ταΐζει με στοργή και απέραντη αγάπη την κορούλα της. Τα ματάκια της βούρκωσαν.

Αποκαμωμένη και μελαγχολική κούρνιασε στο πλατύσκαλο της βαριάς πόρτας, που τη στόλιζαν στεφάνια και γιρλάντες από γκι και ου. Τότε κοντοζύγωσε δειλά ένα αδέσποτο σκυλάκι. Η καρδιά της μικρής σπάραξε. Δεν είχε τίποτε να το φιλέψει, ούτε μία μπουκιά φαγητό να μοιραστεί μαζί του. Μόνο χάδια μπορούσε να του δώσει και λόγια παρηγοριάς. Η ώρα περνούσε και το κρύο γινόταν όλο και πιο διαπεραστικό. Κανείς δεν θα αγόραζε πια σπίρτα. Αν άναβε ένα, ένα μονάχα, για να ζεστάνει στη φλογίτσα του τα ξυλιασμένα δάχτυλά της;

Καθώς άναψε το σπίρτο, με τα μάτια της φαντασίας της η μικρούλα είδε μες στη λάμψη του, μια εικόνα γεμάτη ομορφιά, ζεστασιά τρυφερότητα και ευτυχία. Καταμεσής του δρόμου, λέει, ανάμεσα στα ψηλά σπίτια με τις χιονισμένες στέγες και τις καμινάδες που καπνίζουν, έστεκε ζεστή και πυρακτωμένη μια αναμμένη σόμπα από μαύρο μαντέμι. Οι φλόγες φάνταζαν κατακόκκινες και πελώριες μέσα από τη μισάνοιχτη πορτούλα και μια τσαγιέρα με ευωδιαστό τσάι άχνιζε στη φωτιά, ενώ μία τρυφερή γατούλα μισοκοιμόταν γουργουρίζοντας πάνω στο μαλακό χαλάκι. Ύστερα η φλόγα του σπίρτου τρεμόπαιξε κι έσβησε.

[...]

Το κοριτσάκι δεν άντεξε. Πήρε όλα τα σπίρτα από την ποδιά της και ένα-ένα άρχισε να τα ανάβει. Τότε, τα αναμμένα ξυλάκια ξέφυγαν από τα παγωμένα δάχτυλά της, τινάχτηκαν στο νυχτερινό αγέρα και άρχισαν να διαγράφουν μικρές φωτεινές τροχιές, που σπίθιζαν σαν πυροτεχνήματα ή σαν αναρίθμητα αστεράκια στην ουρά ενός τεράστιου κομήτη. Και σε λίγο ο κομήτης ήρθε και καρφώθηκε στο βελούδινο ουρανό, πελώριος, ολόφωτος, εκτυφλωτικός...!

Το πελώριο αστέρι σιγά-σιγά μεταμορφώθηκε. Το εκτυφλωτικό φως του γέμισε σκιές που πήραν σχήμα και μορφή και ξαφνικά ο κομήτης άλλαξε όψη και έγινε μία γριούλα με τρυφερό πρόσωπο και ζεστό χαμόγελο, με γελαστά μάτια και μία ορθάνοικτη στοργική αγκαλιά. «Γιαγιά!» ψιθύρισε εκστατική η μικρούλα, αναγνωρίζοντας, τη σεβάσμια γυναίκα.
«Πολυαγαπημένη μου, γλυκιά γιαγιούλα! Εσύ είσαι, που μου έψηνες πίτες και χίλιες άλλες λιχουδιές, που μου σιγοτραγουδούσες νανουρίσματα και με κοίμιζες με παραμύθια για νεράιδες και ξωτικά, που με σκέπαζες στοργικά κι έγιανες το λαβωμένο γόνατό μου! Μη με αφήσεις μόνη άλλο πια. Πάρε με κοντά σου!».

Και η γιαγιά, σαν όλες τις γιαγιάδες του κόσμου, άνοιξε τη ζεστή αγκαλιά της κι έκλεισε μέσα σφιχτά τη μονάκριβη εγγόνα της. Και όπως τη γλυκοφιλούσε, την πήρε και πέταξαν ψηλά στα ουράνια, πάνω στα σπίτια και στα δέντρα. «Κοίτα!» είπε η γιαγιά. «Κάθε σπιτικό είναι και μια οικογένεια και το κάθε παραθύρι φωτίζει όχι το φως μιας λάμπας, αλλά η αγάπη που ενώνει την οικογένεια. Με την αγάπη μπορείς να φωτίσεις και να ζεστάνεις τον κόσμο όλο! Μη διώξεις ποτέ την καλωσύνη από την καρδιά σου και τότε θα βρίσκεις, μα και θα χαρίζεις πάντα την αγάπη»!...

Hans Christan Andersen: «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα»
(click it)

profile editor



myspace glitters


...εσείς «ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΟΙ»
να ζήσετε, το «ΤΕΡΑΣ»
σας εύχεται, λόγω τιμής... και
λόγω της ημέρας!
(click it)

Παρασκευή

I'm alive...


mmmm... mmmm...
I get wings to fly
Oh, oh... I'm alive... Yeah

When you call on me
When I hear you breathe
I get wings to fly
I feel that I'm alive

When you look at me
I can touch the sky
I know that I'm alive

When you bless the day
I just drift away
All my worries die
I'm glad that I'm alive

You've set my heart on fire
Filled me with love
Made me a woman on clouds above



Couldn't [I can] get much higher
My spirit takes flight

'Cause I am alive

When you call on me
(When you call on me)
When I hear you breathe
(When I hear you breathe)
I get wings to fly
I feel that I'm alive
(I am alive)

When you reach for me
(When you reach for me)
Raising spirits high
God knows that...

That I'll be the one
Standing by through good and
through trying times (click it)


And it's only begun (click it)
I can't wait for the rest of my life

When you call on me
(When you call on me)
When you reach for me
(When you reach for me)
I get wings to fly
I feel that...

When you bless the day
(When you bless, you bless the day)
I just drift away
(I just drift away)
All my worries die
I know that I'm alive!


I get wings to fly
God knows that I'm alive


Σε στυλ να μην ξεχνιόμαστε...

Kαλό μήνα!*(click it)







Κουτσά-στραβά «καθάρισα» (?!)

το θέμα τσ’ ιστορίας(click it)

και τώρα βουρ για Ραμπελέ(click it)

κι εκείνο του Εράσμου,(click it)

«Εγκώμιον μωρίας»!







Θέματα στο στοιχείο μου

πέσανε... ευτυχώς!!!

μα ο χρόνος με ζορίζει.

Δυό εβδομάδες μείνανε...

τα λέμε προσεχώς!!!









...την «αμάθεια» μου μέσα!(click it)

Τρίτη

...σε τρεις πράξεις & επίλογο!!!


«παιδιά της Ελλάδος παιδιά…» (ΠΡΑΞΗ Α')



ΚΑΙ ΝΑ ΟΙ ΝΙΚΕΣ απανωτές,
Αέραααααα!
Αργυρόκαστρο, Τεπελένι, Μοράβας, Άγιοι Σαράντα, Χειμάρα, Πόγραδετς, Πρεμετή...
Και πέφτανε βροχή οι οβίδες, οι σφαίρες και οι όλμοι κει πάνω στις δοξασμένες κορφές της Πίνδου!
- Και μετά μπαμπά; Μετά; Τι έγινε μετά μπαμπά;
- Κατάπιε τη μπουκίτσα σου για να συνεχίσω, αλλιώς σταματάω. Και πέφτανε βροχή οι ερωτήσεις του μικρού μου Γιωργή, που από τότε που κατάλαβε τον εαυτό του, ξετρελαίνεται κάθε χρόνο τέτοια μέρα, 28η Οκτωβρίου.
Από τις παραμονές κιόλας, της εθνικής επετείου με βγάζει από τις ζεστές πιτζάμες μου, με ξεσηκώνει από την αναπαυτική μου μπερζέρα και με ξαμολάει πάνω στα χιονισμένα βουνά με μια χλαίνη κι ένα ντουφέκι, να μοιράζομαι τα κρυοπαγήματα και τις σφαίρες με τους ηρωικούς φαντάρους μας, για να του λέω ιστορίες.
Ατέλειωτες ιστορίες τιμής και δόξας για το ηρωικό έπος του Σαράντα.
Αληθινές;
Τι θα πει «αληθινές»; Όσα κι αν πλάσω με την πιο τρελή φαντασία μου και πάλι λίγα θα είναι και φτωχά, μπρος σε αυτά που έγιναν εκεί πάνω, τότε. Πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, η φαντασία υστερεί κατά πολύ της πραγματικότητος.
- Έλα, λέγε τώρα… Και μετά; Λέγε μπαμπά! Τι έγινε μετά;
- Εκείνη τη στιγμή λοιπόν, -μάσα και συ, μην το κρατάς μια ώρα στο στόμα!- εκείνη τη στιγμή που λες, όπως ήταν πάνω στο άλογό του ο παππούς, ορμάει μόνος του εναντίον των εχθρών. Και τους τρέπει όλους σε φυγή! Τέτοιο ήταν το κάζο που έπαθαν οι μακαρονάδες που μαθεύτηκε αμέσως το γεγονός. Κι όλες οι εφημερίδες, έγραφαν την άλλη μέρα μα πηχυαίους τίτλους… επί λέξει:
- Κολοκύθια με τη ρίγανη! Ακούγεται ξαφνικά η γυναίκα μου από την κουζίνα.
- Ορίστε;
Δεν είμαστε καλά.
- Δεν εννόησα; Τι είπες τώρα ρε γυναίκα;
- Λέω για τη θεία, θα κάνω μία ελαφριά σαλατίτσα με κολοκύθια και ρίγανη, όπως της αρέσουν.
Κοίτα τώρα, τι της θυμήθηκε, για να διακόψει ολόκληρο θρίαμβο.
- Λέγε μπαμπά. Λέγε. Μετά;
- Εκείνη τη στιγμή λοιπόν, κροτάλισε ένα πολυβόλο, κρα κρα κρα… Αλλά κατάπινε όμως βρε παιδάκι μου, μια ώρα το μασάς. Λοιπόν που είχαμε μείνει; Α, ναι…!
Τα μάτια του μικρού Γιωργή, γεμάτα παιδική αθωότητα, γίνονται ακόμα πιο μεγάλα καθώς με κοιτάζουν ορθάνοιχτα και κρέμονται μ’ αγωνία, κυριολεκτικά από τα χείλη μου.
- Έλα, συνέχισε! Μη σταματάς μπαμπά. Και μετά;
- Τότε που λες, λοιπόν Γιωργή μου, όπως ο παππούς πήγαινε ξαπλωτός στο χιόνι, ξαφνικά, μέσα στο θεοσκόταδο της άγριας νύχτας, πέφτει πάνω σε μια περίπολο Ιταλών. Τώρα; Τι να κάνει; Καλύπτεται γρήγορα πίσω από ένα θάμνο, βγάζει αμέσως μια χειροβομβίδα, τους την πετάει...
- …Τους έκανε τα τρία, δύο!
Ακούγεται πάλι η φωνή της γυναίκας μου, που πετάγεται μέσα από την κουζίνα, κάνοντας με, μαζί με τη χειροβομβίδα, να εκραγώ κι εγώ!
- Τι έκανε λέει; Ρωτάω έξαλλος.
- Ο γιατρός λέω, τελικά, μείωσε τα διουρητικά χάπια τη μαμά μου και στον μπαμπά, από τρία σε δύο, γιατί τους ανέβαζαν την πίεση.
- Α, είπα κι εγώ! πες μου έτσι! Και μας έκοψες πάνω στο καλύτερο.
Ρε τι σου είναι αυτές οι γυναίκες. Ούτε στο πολεμικό μέτωπο, πάνω στην πρώτη γραμμή, δεν σ’ αφήνουν σε ησυχία!
- Πού είχαμε μείνει λοιπόν βρε Γιωργή; Κατάπινε όμως κι εσύ βρε μανούλα μου!
- Εκεί που ο παππούς πέταξε τη χειροβομβίδα και μπαμ!
- Τι μπαμ; Μόνο μπαμ; Μπαμπαμπούμ μεγάλο! Και λίγο σου λέω!
- Όπως τα πυροτεχνήματα;
- Ακόμα πιο πολύ δυνατό μπουμ και πάρτους και τους πέντε Ιταλιάνους μακαρονάδες κάτω.
- Και μετά; Τι έγινε μετά μπαμπά;
- Τρέχει αμέσως κοντά τους –για κατάπινε κιόλας, για να σου λέω– τους παίρνει τα όπλα. Αλλά εκείνη τη στιγμή φύσαγε δαιμονισμένα, ένας δυνατός βοριάς κι έριχνε πυκνό χιόνι. Χιονοθύελλα. Και σκοτάδι μαζί, δεν έβλεπε τίποτα. Τώρα, πώς να γυρίσει στο ελληνικό φυλάκιο που ήταν η μονάδα του; Και τι λες σκέφτηκε να κάνει ο πανέξυπνος και γενναίος παππούς;
- Κάλεσε ραδιοταξί! Ακούστηκε ξανά η φωνή της γυναίκας μου από το χωλ.
Έλα Χριστέ και Παναγιά! Αυτό πια καταντάει προβοκάτσια!
- Τι έκανε λέει ρε γυναίκα;
- Η θεία Μαρόγλα λέω, θα έλθει το μεσημέρι να φάμε, με ταξί. Και μετά θα την πάμε εμείς.
Και διακόπτει ολόκληρο έπος του Σαράντα στη μέση, για να μας πει για τη θεία της τη Μαρόγλα; Μα σοβαρολογούμε τώρα;
- Έλα συνέχισε, μπαμπά!
- Ναι. Που είχαμε μείνει; Α, μάλιστα. Ο παππούς λοιπόν, με χίλια μύρια κόλπα, ξεγέλασε τους εχθρούς και παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής προς τη μονάδα του, έπιασε ένα συνταγματάρχη Ιταλό, αιχμάλωτο. Και τότε ο ίδιος ο στρατηγός, ο διοικητής της μεραρχίας τον κάλεσε και του απένειμε για το θάρρος του και την ηρωική του αυτοθυσία...
- ... Αγγούρια καλυβιώτικα! Διέκοψε και πάλι η φωνή της γυναίκας μου απ’ την τραπεζαρία αυτή τη φορά.
Ε, αυτό πια παραπάει! Είναι σκέτη βεβήλωση της Ιστορίας μας!
- Τι ξεστόμισες ανιστόρητο πλάσμα;
- Η θεία Μαρόγλα λέω, μας φέρνει και αγγουράκια από το κτήμα της στα Καλύβια.
- Άσε μας πια βρε γυναίκα. Και σταματάς ολόκληρο τον ρουν της ενδόξου ελληνικής ιστορίας, για να μας πεις για τ’ αγγούρια της θείας σου! Είναι τραγικό, δηλαδή. Απελπισία σκέτη!
Με βάζει λοιπόν, ο Γιωργής και του λέω αμέτρητες ιστοριούλες, άλλοτε της φαντασίας μου κι άλλοτε πραγματικές και γεμίζει η ψυχούλα του καινούριους Μαραθώνες και νέες Θερμοπύλες, σύγχρονους Μεγαλέξανδρους και αθάνατους Λεωνίδες. Και πάνω απ’ όλα οικογενειακή περηφάνια. Γιατί, α! όλα κι όλα, εμείς στο σόι μας, όχι ότι θέλω να το παινευτώ, αλλά από πάππου προς πάππου είμαστε...
- Κουραμπιέδες!
Άντε πάλι η παρεμβολή από την κουζίνα.
- Τι ξεστόμισες αυτή τη φορά γυναίκα;
- Λέω, λίγους κουραμπιέδες θα σας κάνω, που αρέσουν πολύ και της θείας.
Α, έτσι! Είπα κι εγώ...
- Λοιπόν μπαμπά; Λέγε, λέγε, έλα, λέγε...
- Κατάπινε για να σου λέω… Κι όρεξη νάχω να λέω.
Και καμάρι ο Γιωργής για τον παππού που πολέμησε τον εχθρό και ταρατατζούμ και παραπαμ-πάμ παρελαύνει γύρω-γύρω απ’ την τραπεζαρία, ζωσμένος το πλαστικό ξίφος του και το κοκάλινο πιστόλι του ανά χείρας, «περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός» και τέτοια ωραία.
Κι η ανδρεία περνάει ως ιερή παράδοση απ’ τον παππού στον εγγονό!
- Μπαμπά εσύ πολέμησες ποτέ;
- Όχι!
- Γιατί;
- Δεν έτυχε, παιδί μου.
- Γιατί δεν έτυχε;
- Μα, δεν έγινε κανένας πόλεμος τα τελευταία χρόνια να πάρω μέρος…
- Εμένα μ’ αρέσει ο πόλεμος.
- Ένας πόλεμος δεν είναι καλό πράγμα, Γιωργή παιδί μου!
- Εγώ θέλω να γίνει πόλεμος και να πάω και μπαμ-μπουμ, τζαν-τζουν, γκαν-γκαν, τζτζτζ να τους σκοτώσω όλους.
- Ορίστε! Τέτοια του μαθαίνεις του παιδιού και να τώρα, θα μου γίνει πολεμοχαρές! επεμβαίνουν οι ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ που έχουν καταφθάσει από την κουζίνα. Η γυναίκα μου, δηλαδή.
- Και τι θέλεις να του λέω του παιδιού ανήμερα 28η Οκτωβρίου; Ιστορίες με την Μπάρμπι; Αγόρι είναι. Θα μεγαλώσει. Θα γίνει άντρας.
- Ε, και λοιπόν;
- Πρέπει να συνεχίσει τη δόξα των προγόνων του!
- Σιγά τα ωά.
- Εξάλλου...
- Εξάλλου, τι;
- Να! Ο άντρας είναι γεννημένος για έρωτα και για πόλεμο!
- Δεν το σχολιάζω...
- Γιατί;
- Γιατί αν το σχολιάσω, πόλεμο μπορεί να δω, αλλά από το άλλο όμως… άσε!
Ε, τώρα τι της λες!
Το παιδί πρέπει να διδάσκεται τις πολεμικές αρετές της ενδόξου φυλής μας. και πολύ περισσότερο της ίδιας της οικογένειας του που γέννησε πολέμαρχους, οπλαρχηγούς, καπεταναίους, στρατηλάτες, ήρωες. Γιατί, αύριο μεθαύριο, κανείς δεν ξέρει ποτέ, η πατρίς θα απαιτήσει να ξαναζωντανέψουνε τα ’21 και τα ’40, τα Αργυρόκαστρα και τα Δερβενάκια! Και τότε ο Γιωργής, άντρας ίσαμε κει πάνω, λεβέντης καμαρωτός, θα πρέπει να γράψει νέες σελίδες δόξας όπως ο παππούς και οι προπαππούδες του.
- Και γιατί να μη γράψει νέες σελίδες λούφας όπως ο ένδοξος πατήρ του δηλαδή;
Άκου γυναικεία λογική.
Ε, τώρα εγώ, τι να κάνω, που δεν έγινε πόλεμος στα χρόνια τα δικά μου; Να πιάσω να κηρύξω έναν εκεί πέρα, μόνος μου, να ζωστώ και μια κουμπούρα από το γιουσουρούμ, να πάρω κι όλα τα τραπεζομάχαιρα από το σερβίτσιο το καλό, που κόβουν και να ξαμολυθώ καβαλαρία, μόνος μου, να λευτερώσω την Πόλη και την Αγιά Σοφιά; Θα με μπαγλαρώσουν δυο τετράγωνα παρακάτω και θα μ’ αμπαλάρουν στο ζουρλομανδύα. Γίνονται αυτά τα πράματα;
Δε λέω ότι το θέλω. Μα το Θεό. Ποτέ να μη γίνει κανένας πόλεμος ξανά. Τους πολέμους τους θέλουν μόνο οι τρελοί και οι μεγιστάνες. Αλλά έτσι και πει να γίνει, τι θα κάνουμε; Θα πάνε όλοι στον πόλεμο κι ο γιός ο δικός μου θα κάτσει στο σπίτι, να πλέκει τη φανέλα του φαντάρου σε πλέξη «σταυρωτό διπλοβελονιά»; Θάρθει ο λεβέντης μου να του δώσω την ευχή μου!
- Καλό βόλι ωρέ! Όπως θάλεγε κι γέρος του Μωριά!
- Αλλά μάσα και συ και κατάπινε καμιά μπουκιά ρε Γιωργή!
- Και μετά μπαμπά;
- Μετά... τι μετά; Α ναι! Άσε τι έγινε μετά. Που λες, μετά...

***

Κάντε click για τη Β' ΠΡΑΞΗ...

«μεγάλη ασκητική»

«Καλή πραμάτεια είν’ ο Θεός»
Όσο πουλάς τελειωμό δεν έχει!


«Στη μνήμη των δύο μεγάλων σκαθαριών της Σάτιρας,
Εμμανουήλ Ροΐδη κι Ανδρέα Λασκαράτου.
Των ευλογημένων παιδιών ενός αφορισμένου Θεού!



- ΠΟΛΥ ΜΕ ΑΝΑΠΑΥΕΙ αυτός ο λογισμός, είπε ο πατήρ Παρθένιος, άγιος ηγούμενος της Ιεράς, Βασιλικής, Σταυροπηγιακής, Πατριαρχικής Μονής τω αγίων Ιλαρίου και Ακύλα, μεγάλη η χάρη τους και βοήθειά μας! Που στα παπαδοκαλογερίστικα θα πει: (αποδίδεται σε ελεύθερη μετάφραση), «πολύ γουστάρω αυτή τη φτιάξη δικέ μου».
Και συμπλήρωσε η αγιότης του:
- Θεία μερίμνη και ευλογία Κυρίου...
- Αμήν είπαν εν χορώ όλοι οι παριστάμενοι πατέρες, που αποτελούσαν την ιερή επιστασία, κάτι σαν το Δου-Σου, δηλαδή, της Μονής.
Κι αμέσως βγήκαν κάτι ασημένιοι δίσκοι με μπακλαβάδες και καταΐφια και σαραϊγλί και χίλια δυο καλούδια της Ανατολής που είχαν έλθει, ειδική παραγγελία από το ονομαστό ζαχαροπλαστείο του Αγαπητού στη Θεσσαλονίκη, για να τέρψουν τα ταλαίπωρα από τις θείες ψαλμωδίες και τους ακατάπαυστους αίνους στον Κύριο, λαρύγγια των αγίων πατέρων ημών...
Ο μόνος που είχε κάτι επιφυλάξεις για όλα αυτά ήταν ο πατήρ Παχούμιος, γι αυτό και δεν πρόκειται ποτέ του –τρομάρα του!– να γίνει μεγαλόσχημος και να φέρει μπροστά στο ράσο του τα διακριτικά κόκκινα κεντίδια της οσιότητος, δηλαδή αναμάρτητος, και με την εγγύηση της αντιπροσωπείας. Και μια ζωή στην απ’ έξω θα ’ναι. Γιατί για να γίνεις μεγαλόσχημος, με αγιοσύνη έξτρα λαρτζ και να πάρεις τα ιερά σύμβολα του υπο-αγίου ας πούμε, αποφασίζει ο ηγούμενος, ο αρχηγός της μάνδρας, ο οποίος όσιος καθηγούμενος έχει δει προηγουμένως οράματα φοβερά και τρομερά σε πριβέ προβολή, που τα ‘χει πέμψει η χάρη της – Παναγία μου, Παναγία μου! Κι ο ίδιος ο Θεός, αν όχι προσωπικώς, πάντως με κάποια ουράνια κούριερ αγγέλων. Θεέ και Κύριε!…
Εκείνη τη στιγμή, μπήκε στο θεοσκεπές αρχονταρίκιον ο πατήρ Ησύχιος, κρατώντας λικέρ και θαυμάσιο κρασί.
Ο πατήρ Ησύχιος επονομαζόταν και «Παπατρεζολής» στο πειραχτικό παρόνομα, το παρατσούκλι δηλαδή, γιατί όλοι οι πατέρες, πλην του επίσημου ιερού ονόματος, έχουν και διάφορα παρονόματα, που τα βγάζουν μεταξύ τους, αν όχι σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες του αγίου Ιωάννη και της Κλίμακος, σίγουρα, πάντως, ανάλογα με το χούι και τις ιδιαίτερες συνήθειες του καθενός.
Ο πατήρ Ιωακείμ, για παράδειγμα, είναι ο «παπακάνουλας», γιατί στην καθισιά του πίνει μισό βαρέλι αγιορείτικο κοκκινέλι κι ύστερα λέει το βαγγέλιο… Βαγγέλη!
- Μνήσθητί μου, Κύριε!
- Και θαυμαστά τα έργα σου.
Κι ο αδελφός Μάξιμος κι ο διακο-Πορφύριος και ο πατήρ Μαλαχίας και ο Ευσέβιος, όλοι έχουν το παρατσούκλι τους. Πολλές φορές, μάλιστα, τέτοιο που να ενισχύει τις θεόμαχους και ανευλαβείς πεποιθήσεις ορισμένων τρισκατάρατων και διαβολικών γραφίδων, σύμφωνα με τις οποίες, αν χωρίς τη θρησκεία ο κόσμος θα ήταν μια ζούγκλα, χωρίς ορισμένους παπάδες θα ήταν ένας παράδεισος!
Κι όπως λέει και το …κατά Ροΐδην “ευαγγέλιο”: «Αγαπάς, τον καλόν οίνον; Αν τω όντι τον αγαπάς, μισείς βεβαίως τους ασυνειδήτους εκείνους καπήλους, οίτινες εξ αισχροκερδείας νοθεύουσι το καλόν τούτο ποτόν, αναμιγνύοντες ύδωρ, βαφάς ή δηλητήρια και αντί θείου νέκταρος ανούσιον ή ναυτιώδες ποτόν προσφέροντες εις διψώντα σου χείλη. Τοιούτοι κάπηλοι υπήρξαν απ’ αιώνων οι μετερχόμενοι την φρούρησιν και διανομήν του γενναίου της πίστεως, ως ωνόμαζε την θρησκείαν ο σοφός Αλβίνος, η δε μεταξύ καπήλων και ιερέων, χριστιανισμού και βαρελίου παρομοίωσις ανήκει εις Σύνοδον τινα του ενάτου αιώνος».
Ο Παχούμιος κάτι πήγε να πει για τις επιφυλάξεις του αλλά κανείς δεν τούδωσε σημασία. Ο γέροντας μάλιστα έκλεισε το μάτι και του σερβίρισαν και πέμπτο μπακλαβά απ’ τον Αγαπητό. Ένας πέμπτος μπακλαβάς, κατά κανόνα, πάντα κάμπτει τις διάφορες αντιρρήσεις.
Ο διακο-Δαυίδ ασπάστηκε το χέρι του γέροντα, πατρός Παρθενίου, κάνοντας μια βαθιά καλογερίστικη μετάνοια.
- Ευλόγησον γέροντα!
Πάντα οι διάκοι συμφωνούν με τους ηγούμενους, από τους προ Χριστού.
Ο διακο-Δαυίδ, αυτός κι αν ήταν μεγαλόσχημος διακο-Δαυίδ, αφού η κοιλιά του πήγαινε τρία – τέσσερα βήματα μπροστά απ’ τον ίδιον!
Κι ήταν διαόλου κάλτσα ο εν λόγω «πάτερ», ένα κοντόχοντρο, μάλλον αστείο σουλουπάκι, κάτω από μια παμπόνηρη και σπιρτόζα καρικατούρα φάτσας. Μια φιγούρα που λες ότι είχε δραπετεύσει από τον σκοτεινό βυζαντινό μεσαίωνα, κι είχε έλθει στην εποχή μας, κάτι ανάμεσα σε κληρονομικό νόσημα, και πιστό θεματοφύλακα των βασιλικών, σταυροπηγιακών και πατριαρχικών παραδόσεων.
- Αλληλούια!
Πάντως, είναι γεγονός ότι, οσάκις επιστρατευόταν ο διακο-Δαυίδ, κάποια μεγάλη δουλειά ήταν στα σκαριά. Κάποιο θείο σχέδιο θα έμπαινε σίγουρα σε εφαρμογή για να φέρει «το ποίμνιον και πάλιν κοντά στην Εκκλησίαν», αλλά και ταυτόχρονα να φέρει πλείστους παράδες στα ευλογημένα σεντούκια της Ιεράς μονής Ιλαρίου και Ακύλα.
Το σχέδιο δεν ήταν καθόλου νεότευκτον. Αντιθέτως, η συνταγή ήταν παλιά. Παμπάλαιη. Χρονολογούμενη από προ Θεού μέχρι την ενθρόνιση της Πάπισσας Ιωάννας, ανήμερα.
Αυτό που αλλάζει σήμερα είναι ο τρόπος, η διαδικασία της εφαρμογής του σχεδίου, που γίνεται πια με σύγχρονα μέσα. Και σ’ αυτά ο διακο-Δαυίδ ήταν εκτός από «πάτερ» και… μανούλα!
Γι’ αυτό και ήταν διάσημος σ’ όλα τα μοναστήρια, τις σκήτες και τα κονάκια ως ο «κλαψοπαναγιάς» με τ’ όνομα! Γιατί, όπου πήγαινε, έξω, στις εκκλησίες των διαφόρων πόλεων και χωριών, συνοδεύοντας τις θαυματουργές εικόνες της Μονής, αυτές με κάθε ευκαιρία δακρύζανε, πότε βουρκώνανε και πότε βαλαντώνανε στο κλάμα, ανάλογα με τα κέφια των Αγίων και, φυσικά, του πατρός Δαυίδ, του κλαψοπαναγιά.
-Βούρκωσε η χάρη της! Τρέξτε! Θαύμα!
Και γινόταν χαλασμός κόσμου. Έσπευδε ο κόσμος έξαλλος να δει το θαύμα.
- Τρέχουν δάκρυα τα μάτια του οσίου Πατάπιου.
- Α! να το κοιτάξει για καταρράκτη…
- Καλέ, τι καταρράκτη; Εδώ φάνηκε καθαρά, πρόκειται για θαύμα!
Και να τα δάκρυα ποτάμι, που πότε ήταν άγιο μύρο, πότε σοροπόμελο, πιθανώς που είχε μείνει από κάτι μπακλαβάδες του Αγαπητού. Και όποιος είχε την τύχη να τα’ αγγίξει, θεραπευόταν αμέσως από πάσαν νόσον, αλλά όσο, για πάσαν μαλακίαν, διατηρούνται σοβαρότατες επιφυλάξεις.
- Κούνησε η Αγία Παρασκευή τα χέρια.
- θα πιάστηκε φαίνεται.
- Όχι καλέ. Κάτι θέλει να πει μ’ αυτό.
- Και γιατί το λέει στο δελτίο της νοηματικής και δεν μας τα ρίχνει καθαρά και ξάστερα;
Και δεν ήταν μόνο τα δάκρυα. Ήταν και τα ιερά λείψανα των αγίων Ιλαρίου και Ακύλα. Το πόδι της αγίας Θέκλας, το κότσι του οσίου Μερκουρίου, το πηγούνι του αγίου Ραφαήλ, η φτέρνα της παρθενομάρτυρος αγίας Καλλινίκης, μια μύτη αγνώστου οσιομάρτυρα που πρέπει να είχε κάνει πλαστική, μια λεκάνη για περιφέρεια 68 πόντους, μάλλον της οσίας Χαριτίνης, που ήταν στυλάκι –την ευλογία της νάχουμε–, και κάτι ύποπτα παϊδάκια, που δεν έχει γίνει ακόμα ταυτοποίηση και μάλλον ανήκουν σε κάποιο νήπιο εκ των 190 μαρτυρησάντων εν Ρώμη ή σε κάνα κατσικάκι του γάλακτος μαρτυρήσαν λάθρα στο Iερόν Κοινόβιον, δεν έχει σημασία.
Και να δείτε που αναδίδουν τα ιερά λείψανα θείες ευωδίες, πότε κοκό σανέλ με μοσχολίβανο και πότε αρμάνι με τριανταφυλλόνερο και ντόλτσε καμπάνα. Μέχρι και μπλε καπνό έβγαλαν τις προάλλες στην εκκλησία της Πλατανιάς οι τρεις αντίχειρες(!) του αγίου Ιλαρίωνα και έγινε το «έλα να δεις». Μια γκαστρωμένη λίγο έλειψε να αποβάλει.
Κι είπε ο άγιος ηγούμενος στον όσιο πατέρα Δαυίδ, τον κλαψοπαναγιά, τρώγοντας καραβιδόψυχες στο ηγουμενείο.
- Πώς το ‘κανες αυτό πάλι, ρε μασκαρά, θεομπαίχτη;
- Έχω ένα ξάδελφο που κάνει τέτοια τρικ σε μπουζουξίδικα.
- Εύγε σου! Όμως πρόσεχε τέκνον μου, μη μας αρπάξουν καμιά ώρα οι τηλεοράσεις και μετά δεν μας πλένει ούτε ο Ιορδάνης ποταμός μαζί με τον Αλιάκμονα κι όλους τους παραπόταμους του! Εξάλλου… ευλογημένε…
Έστειλε στον ιερό πανοσιολογιότατον στόμαχον του δυο τρεις καραβιδόψυχες και συνέχισε:
- Εξάλλου, λέγω, ευλογημένε, διατί το κάμουμε; Όχι ερωτώ, διατί; Δια να φέρουμε τους ανθρώπους κοντά στην Εκκλησία και το Θεό, που κάθε τόσο ξεχνιούνται, παρασυρόμενοι από τις υλικές απολαύσεις και απομακρύνονται από τον Πανάγαθο Δημιουργό. Μια υπενθύμιση είναι όλα αυτά. Κι αν θες να ξέρεις, ευλογημένε… Αυτή τη φορά έστειλε κάτω κάτι καραβιδομπουκιές σαν μπαλάκια του πινγκ-πονγκ. Και από πάνω έριξε άφθονο εκλεκτό κρασί που του έφεραν απ’ το δοχειό της Μονής.
Το «δοχειό» για όσους δεν ξέρουν είναι οι αποθήκες της Ιεράς Μονής, που θα τις ζήλευε και το κατάστημα Λαφαγιέτ.
Εκεί μέσα βρίσκεις από μπέμπιντόλ με καλυμμαύχι νούμερο ένα, μέχρι είδη εγκυμοσύνης μαζί με την προίκα του μωρού. Κι από λιβάνι σιναϊτικόν μέχρι σαμπάνια ντομ-περνιόν εσοδείας 1972. Αμήν.
-… Κι αν θες να ξέρεις ευλογημένε, συνέχισε ο άγιος γέροντας, όλες αυτές τις ενέργειες μας, τις καθοδηγεί ο ίδιος ο Θεός! Αυτός μας προτρέπει ως ποιμήν να οδηγούμε το ποίμνιον στην πατρική του αγκάλη, στον οίκον του!
Έτσι έβαλε και το Θεό στο κόλπο, και τώρα ήταν όλα ωραία και μακάρια.
- Αμήν, αμήν, λέγω υμίν…
- Την αιώνιον ζωήν και το μέγα έλεος.

***

Το στρατιωτικό τζιπ σταμάτησε μπροστά στη μεγάλη εξωτερική πορτάρα της Μονής. Το στρατιωτικό όχημα θα μετέφερε με κάθε επισημότητα τα άγια λείψανα των αγίων Ιλαρίου και Ακύλα με τη συνοδεία της ιεράς αδελφότητος, που αποτελούσαν ο διακο-Δαυίδ, ο πατήρ Ησύχιος, που στρεμπέκλαγε ελαφρώς, ο πατέρας Πορφύριος, που δεν ξεκόλλαγε τα μάτια του από τον φαντάρο οδηγό του τζιπ, και ο αδελφός Μάξιμος, που είχε κρύψει μέσα στο ιερόν συνέκδημον ένα περιοδικό με ζώδια, να ρίχνει καμιά ματιά στο ταξίδι.
Θα πήγαιναν στον ιερό μητροπολιτικό ναό της Αγίας Κυριακής, στην πρωτεύουσα του μακεδονικού νομού που δοκιμάστηκε προσφάτως από ισχυρό σεισμό.
Πάντα, οι φυσικές καταστροφές φέρνουν πελατεία για να καλμάρει η οργή του Θεού.
Στην είσοδο της μικρής πολιτείας τους περίμενε και άγημα πεζοναυτών, όπου θα σχημάτιζαν επίσημη πομπή. Ακολουθούσαν μοτοσικλέτες της αστυνομίας, πρόσκοποι και ό,τι άλλο, τέλος πάντων, επιστρατεύεται στην απόδοση τιμών σε υπουργούς και λείψανα γενικώς.
- Οι λοκατζήδες θα μείνουν μαζί μας και το βράδυ, να φυλάνε; ρώτησε όλο περίεργη περιέργεια ο Πορφύριος.
Ο Ησύχιος τούπε:
- Σιλάνς!
Κι έληξε το θέμα.
Πάντως, η ανακομιδή, η μεταφορά δηλαδή των θείων και θαυματουργών λειψάνων –δυο δεξιά χέρια του οσίου Ιλαρίου και μια σπάλα του οσίου Ακύλα– έγινε με κάθε λαμπρή επισημότητα.
Ο κόσμος σχημάτιζε ένα φιδωτό ποτάμι έξω από το ναό, που έφθανε εκατοντάδες μέτρα μακριά. Αμέτρητοι πιστοί είχαν συρρεύσει ακόμα κι απ’ τις γύρω πόλεις για να προσκυνήσουν.
Άπειρες ανθρώπινες σκέψεις απελευθερώθηκαν μπροστά σ’ αυτά τα λείψανα, διακαείς πόθοι, επιθυμίες, μαράζια, νταλκάδες, που κατατρώνε ανθρώπινες ψυχούλες, αμολύθηκαν κατά χιλιάδες ν’ ανέβουν στους ουρανούς, να συναντήσουν την μεγαλοψυχία του Σαβαώθ και των αγίων Ιλαρίου και Ακύλα! Βοήθεια μας!
Και η συμφωνία ήταν 70% επί των εισπράξεων η μητρόπολη και ο ναός μαζί, και το άλλο 30% το μοναστήρι. Επί των καθαρών εισπράξεων μιλάμε…
Κι ήταν όλοι ευχαριστημένοι.
Και μακάριοι!
Αμέ!
- Κύριε εκέκραξα!...
Χώρια ότι ο διακο-Δαυίδ έβγαζε και τα εξτρά του από το «τίμιο ξύλο», που έδινε χονδρική-λιανική, στο χριστεπώνυμο πλήρωμα, «πάρε κόσμε!», και μέσα σε δύο μέρες είχε φύγει ο μισός παλιός φράχτης του μοναστηριού…
- Ευλογείτε.
- Ο Κύριος.
Άλλο τώρα, που αν πεις και ενώσεις το τίμιο ξύλο που έχουν ορθόδοξοι και καθολικοί, φτιάχνεις τρεις φορές το δάσος του Αμαζονίου. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία.
Κι όλα έβαιναν καλώς.
Ώσπου…
Εντελώς ξαφνικά…
Κάποια στιγμή…
Απρόσμενα…
Θεέ και Κύριε!!!
Κατά την τρίτη μέρα του ιερού προσκυνήματος των πανσέπτων ιερών λειψάνων, αλάλαξε το ποίμνιον, βούιξε ο τόπος, ταρακουνήθηκε το σύμπαν, συγκλονίστηκε το πανελλήνιον.
- Θαύμα!!!
Το είδανε με τα μάτια τους τρεις γριές με μούσι, και δυο μητροπολίτες χωρίς μούσι γιατί είχαν κάνει αποτρίχωση.
- Θαύμα, θαύμα!
Έτρεξαν κι άλλοι.
Το είδαν κι αυτοί.
Με τα ίδια τους τα μάτια τι είδαν.
Ε, τότε ήταν που έτρεξαν κι άλλοι. Αυτοί δεν είδαν τίποτα γιατί ήταν πίσω και δεν έβλεπαν, αλλά, αφού έφτασαν ως εκεί, είπαν ότι το είδαν και αυτοί με τα ίδια τους τα μάτια, για να μην τους πουν οι άλλοι κορόιδο.
Ήλθαν οι τηλεοράσεις.
Κι άμα πλακώσουν οι τηλεοράσεις, μετά όλα τα θαύματα είναι πιθανά. Από το θαύμα της Κανά μέχρι το θαύμα της τηλεθέασης 85%.
Ύστερα απ’ όλα αυτά, συνέρρεαν κατά χιλιάδες οι πιστοί, απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας. Άλλοι σε καρότσια, άλλοι σε φορεία, με τρένα, με καράβια, με τα πόδια, με κλακέτες…
- Να το κάνουμε 50% της Μονής και 50% της Μητρόπολης και του ναού μαζί, είπε ο άγιος ηγούμενος που τηλεφώνησε εσπευσμένα στον άγιο μητροπολίτη.
Και του το εξήγησε δηλαδή.
- Ιερό προσκύνημα λειψάνων μαζί με θαύμα κομπλέ έχει άλλη τιμή!
- Καλώς… Δεν θα χαλάσωμεν τας καρδίας μας, αδελφέ μου, είπε μειλίχιος ο δεσπότης, που δεν είχε δει ποτέ του τόσο κόσμο να συρρέει από κάθε γωνιά της Ελλάδας στη μικρή μισοξεθυμασμένη επαρχία του.
Και να, χιλιάδες οι πιστοί να καταφθάνουν, και να τα ασημένια τάματα με χέρια, πόδια, κεφάλια, μάτια και ό,τι άλλο έχει να επιδείξει η ανθρώπινη ανατομία, και να τα χρυσά κοσμήματα και τα δαχτυλίδια και τα βραχιόλια, και να οι λαμπάδες «ίσαμε το μπόι μου», και να δεις που οι πιο φτωχοί έριχναν στο δίσκο υπέρ των πτωχών, ενώ οι πλούσιοι δεν έριχναν τίποτα…
Τέτοια κοσμοχαλασιά είχε να δει η ορθοδοξία χρόνια!
Μόνο ο διακο-Δαυίδ είχε λουφάξει σε μια γωνιά κι ούτε μίλαγε, ούτε λάλαγε, μόνο ίδρωνε και ξεΐδρωνε…
Είσαι πραγματικά ανεπανάληπτος! Του είπε κατενθουσιασμένος στο τηλέφωνο ο άγιος ηγούμενος, πατήρ Παρθένιος.
- Μα… Κάτι πήγε να ψελλίσει τρέμοντας ο διακο-Δαυίδ ο κλαψοπαναγιάς.
- Αλήθεια πώς το ‘κανες μωρέ αθεόφοβε, και ανοιγόκλεισε ο σκελετός της παλάμης του οσίου Ιλαρίου μέσα στο κουτί;
- Δεν το ‘κανα! ψέλλισε κάθιδρος ο διακο-Δαυίδ.
- Τι θα πει δεν το ‘κανες, ρε διαολόπαπα; σοβάρεψε απότομα ο ηγούμενος.
- Δεν το ‘κανα εγώ! είπε τρέμοντας ο κλαψοπαναγιάς.
- Και τότε ποιος το ‘κανε, μωρέ τρισκατάρατε; Ποιος διάολος το ‘κανε, αν δεν το ‘κανες εσύ; Μίλα κολασμένε!
- Κανείς. Μόνο του έγινε! είπε ο Δαυίδ και τον έλουζε κρύος ιδρώτας.
- Θέλεις να πεις, βρε μαγαρισμένε, ότι μόνη της άρχισε να ανοιγοκλείνει η παλάμη του αγίου; τραύλισε ο ηγούμενος, που τον ζώσανε τα φίδια κι άρχισε τώρα να ιδρώνει κι αυτός.
- Μάλιστα, γέροντα μου! Εκεί που ήταν ωραία και καλά η παλάμη μέσα στη λειψανοθήκη, ξαφνικά άρχισε να ανοιγοκλείνει σαν… σαν… δεν μπορώ να το πω…
- Λέγε, κατηραμένε, ομολόγα!
- Να, σαν να μας φασκέλωνε όλους, Θε μου, συχώρα με! κλαψούρισε έντρομος ο Δαυίδ, ο κλαψοπαναγιάς.
- Τι λες μωρέ σατανόπληκτε; Γίνονται αυτά τα πράματα; Φασκελώνουν οι άγιοι, βρε αφορισμένε; άστραψε κι εβρόντηξε ο ηγούμενος.
- Έτσι νόμιζα κι εγώ, άγιε γέροντα, ώσπου είδα αυτό που είδα…
- Μπα, που να καείς στο πυρ της κολάσεως. Γίνονται αυτά τα πράματα, βρε αντίχριστε;
- Δεν ξέρω άγιε γέροντα, τι να πω! Εκτός πια κι αν…
- Τι μωρέ;
- Να, λέω… Εκτός κι αν...
- Πες το! Τι «εκτός κι αν»; Τρισκατάρατε που νάχεις την οργή του Κυρίου!
- Να, λέω... Μήπως και είναι αληθινό κάτι από όλα ετούτα! τόλμησε να ξεστομίσει ο Δαυίδ.
- Αυτό μας έλειπε τώρα! Αλίμονο μας! είπε ο ηγούμενος με τρεμουλιαστή φωνή κι άρχισε να κάνει γρήγορες βαθιές μετάνοιες και να ψέλνει.
- Άλαλα τα χείλη των ασεβών!...
Αμήν.

* ΠΡΟΣΟΧΗ
Η ιστορία αυτή είναι πέρα για πέρα φανταστική και ουδεμία απολύτως σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Η πραγματικότητα είναι πολύ χειρότερη!
* Το διήγημα αυτό δεν αναφέρεται στους πολλούς. Αλλά στους λίγους εκείνους, που όμως, κάνουν μεγαλύτερο κακό απ’ όσο καλό κάνουν όλοι οι πολλοί μαζί.
Δ.Λ.



ΣΗΜ.:
1. Το κείμενο πηγάζει από
δω και πρόκειται για ακριβές (σε σημείο... στίξης) αντίγραφο!
2. Το, μεταξύ σχετικού και άσχετου,
τραγούδι είναι προ-«αιρετικό»!(?)

Κυριακή

Οδηγίες προς «ναυτιλλομένους»...!

«ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΙ»=
Οι υποψήφιοι στις
πανελλήνιες εξετάσεις! (click it)

ΟΔΗΓΙΕΣ:

@ Φτιάξε το δικό σου πρόγραμμα διαβάσματος και μην ξεχνάς τις ώρες της ημέρας που πρέπει να αφιερώνεις για ύπνο, φαγητό κλπ.

@ Κάθε μία ώρα κάνε ένα διάλειμμα 5-10 λεπτών για να μπορεί το μυαλό να αφομοιώνει.

@ Μην ξεχνάς ότι διάβασμα σημαίνει αυτοσυγκέντρωση και θετική σκέψη. Ποτέ μην πεις «δε θα προλάβω».

@ Κάνε καλό καταμερισμό του διαβάσματος δίνοντας περισσότερο χρόνο στα SOS που δεν ξέρεις καθόλου.

@ Αφιέρωσε περισσότερο χρόνο στα πιο δύσκολα μαθήματα. Φτιάξε σχεδιαγράμματα - πίνακες, ξανακοίταξε τα τεστ που έγραψες κατά τη διάρκεια της χρονιάς, προσπάθησε να θυμηθείς αυτά που διάβασες χωρίς να κοιτάς τις σημειώσεις σου.

@ Για την τελική ανασκόπηση της ύλης διάλεξε ορισμένα κεφάλαια και όχι όλη την ύλη. Φαντάσου ότι τα θέματα τα ξέρεις. Διώξε τις αρνητικές σκέψεις και πίστεψε στον εαυτό σου.

@ Πάρε βαθιές ανάσες και ξεκίνα διαβάζοντας όλη την εκφώνηση της άσκησης. Σημείωνε τι σου θυμίζουν οι υποθέσεις από τη θεωρία και τη μεθοδολογία που διδάχθηκες όλη τη χρονιά.

@ Ασχολήσου πρώτα με τα εύκολα θέματα. Υπογράμμισε τις σημαντικές λέξεις σε κάθε ερώτημα για να είσαι σίγουρος/η ότι κατάλαβες την εκφώνηση. Χρησιμοποίησε το «πρόχειρο» ως καθαρό και μην ξεχάσεις να μεταφέρεις τις απαντήσεις σου.

@ Μη θεωρείς αυτονόητο ότι οι διορθωτές θα καταλάβουν ότι ξέρεις κάτι που δεν έχεις περιγράψει ή αναλύσει με ακρίβεια.

@ Εξάντλησε και τις 3 ώρες της εξέτασης για να βεβαιωθείς ότι εκμεταλλεύτηκες όλα τα χρονικά περιθώρια. Αν δεν προλαβαίνεις να γράψεις το τελευταίο θέμα, τότε προσπάθησε να περιγράψεις την απάντηση (λύση), ώστε να φανεί ότι το γνωρίζεις.


Καλή επιτυχία!
Και να θυμάσαι ότι δεν κρίνεται η ζωή σου από τις εξετάσεις αυτές.



Τετάρτη

«Η ώρα του παιδιού»...!


Κόκκινη κλωστή δεμένη, (click it)

στην ανέμη τυλιγμένη! (click it)

Δως της κλώτσο να γυρίσει, (click it)

παραμύθι ν' αρχινίσει... (click it)



Και ζήσανε αυτοί καλά...! (click it)

Κι εμείς? Καλύτερα?! (click it)



Αντιγόνη Μεταξά (1905-1971).
Η Αντιγόνη Μεταξά γεννήθηκε στην Αθήνα, κόρη του εκπαιδευτικού Γεωργίου Μεταξά. Σπούδασε παιδαγωγικές επιστήμες στο Παρίσι και υποκριτική τέχνη στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών, όπου αργότερα εργάστηκε ως καθηγήτρια. Το 1925 συνεργάστηκε με το θίασο Θέατρο Τέχνης του Σπύρου Μελά και στη συνέχεια με τον Αιμίλιο Βεάκη. Το 1933 ίδρυσε τον πρώτο ελληνικό θίασο παιδικού θεάτρου, που λεγόταν Το θέατρο του παιδιού και λειτούργησε χωρίς διακοπή ως την επιβολή της γερμανικής κατοχής, οπότε παύτηκε από τους ιταλούς. Σύζυγος του Κώστα Κροντηρά, πρώτου έλληνα σκηνοθέτη στο χώρο της ραδιοφωνίας, συνεργάστηκε μαζί του στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, αρχικά ως τακτική συνεργάτης και από το 1942 ως το 1966 ως προϊσταμένη της Ώρας του Παιδιού, όπου πραγματοποίησε παιδικές εκπομπές με το ψευδώνυμο Θεία Λένα, το οποίο χρησιμοποίησε και στο συγγραφικό της έργο. Παράλληλα διοργάνωσε παιδικές εκθέσεις ζωγραφικής, διαγωνισμούς συγγραφής παιδικού παραμυθιού, μαθήματα μουσικής και σχεδίου για παιδιά, και άλλες παιδικές εκδηλώσεις. Από το 1966 συνεργάστηκε με τον κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό ΥΕΝΕΔ και μετά την έναρξη λειτουργίας και του αντίστοιχου καναλιού το 1967 δημιούργησε το πρώτο παιδικό τηλεοπτικό πρόγραμμα, δραστηριότητες που συνέχισε ως το τέλος της ζωής της. Στο χώρο των γραμμάτων ασχολήθηκε αποκλειστικά με το παιδικό βιβλίο, ολοκληρώνοντας συνολικά πενήντα πέντε πρωτότυπες εκδόσεις και επιμελούμενη περισσότερες από διακόσιες. Για το σύνολο του έργου της τιμήθηκε με το παράσημο του Τάγματος της Ευποιΐας (1965) (click it) και με ειδικό βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.(click it)

Την ανάρτηση αυτή προανήγγειλα (click it) και την αφιερώνω: στη Γιάννα (click it) και στο παιδί μέσα σας...!


Για το μαρμαρωμένο βασιλιά...


Αχ και να γινότανε, λέει, να κινούσα τώρα δα για τα χωράφια μας, με το τραγούδι στ’ αχείλι, με το λουλούδι στ’ αφτί και πλάι να ‘χα την Κατίνα μου, καβάλα στη φοραδίτσα μας, με κάνα κουτσούβελο στο βυζί! Κι οι Τούρκοι να βγαίνουν στις πόρτες και να μας χαιρετάνε καλόκαρδα όπως παλιά: «Αξαμλαρινίζ χαίρ ολσούν, τσορμπατζή». «Ογούρ ολά, εφέντη!» «Ωχ, Σεφκιέτ, αδέρφι, δε φιλιωθήκανε οι Θεοί μας! Και τώρα τι θ’ απογίνουμε; Νε τσαρέ; Ονλαρί χιεπ ουναταλίμ αζίζ εμσεριλέρ!» (Ποιο τ’ όφελος, πατριώτες; Ελάτε να τα ξεχάσουμε όλα….)

-Μάνα μ’! Μανούλα μ’! έσυρε κραυγή τ’ αγόρι κι έφερε τις χουφτίτσες του μ’ απελπισιά στα μάγουλα. Έ! Εσείς του κόσμου, μεγάλοι και τρανοί. Ακούσατε ποτές καμιά τέτοια φωνή;
-Πάμι στη μάνα μ’, παππούλι!
Πάμι, γιέ μ’, πάμι!
Καμπόσοι που ακούγανε την ιστορία, φωνάξανε:
-Γέρο, μη σου σάλεψε ο νους; Να χαθείς θέλεις κι εσύ και το παιδί;
-Οι τσέτες του Μπεχλιβάν κατεβήκανε.
Ο γέρος και το παιδί μας γυρίσανε την πλάτη και τρέχανε πίσω! Νύχτα σκέπασε τη γη. Δεν ήτανε τούτος κόσμος πλασμένος από χέρι Θεού! Όχι, δεν ήτανε!

Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο. Δε φοβάσαι το θάνατο. Φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα. Τσαλαπατά την ανθρωπιά. Αρχίζει από το ρούχο και φτάνει ίσαμε την καρδιά. Λέει: Γονάτισε, γκιαούρη! Και γονατίζει. Ξεγυμνώσου! Και ξεγυμνώνεται. Άνοιξε τα σκέλια σου! Και τ’ ανοίγει. Χόρεψε! Και χορεύει. Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου! Και φτύνει. Απαρνήσου την πίστη σου! Και την απαρνιέται. Αχ ο τρόμος! Όποια γλώσσα κι αν μιλάς, λόγια δε θα βρεις να τόνε περιγράψεις.

Μας πήρε το παράπονο! Μπρε, δικό μας δεν είναι τούτο το χωριό. Δικά μας δεν είναι τα σπίτια; Δικά μας δεν είναι τα χώματα, τα σπαρτά, τα δέντρα; Εδώ δε μεγαλώσαμε; Εδώ δε δουλέψαμε; Εδώ δεν είναι θαμμένα τα κόκαλα των πατεράδων μας; Εδώ δεν είναι τα καζάντια μας, οι μνήμες μας, τα όνειρά μας; Πώς έγινε και δεν είναι τίποτε δικό μας;

Αντάρτη του Κιορ μεμέτ, χαιρέτα μου τη γη όπου μας γέννησε, Σελάμ σοϊλέ… Ας μη μας κρατάει κάκια που την ποτίσαμε μ’ αίμα. Καχρ ολσούν σεμπέπ ολανλάρ! Ανάθεμα στους αίτιους!



...ούτε φωνή ούτε λαλιά! (click it)


Κείμενα:
Από το βιβλίο
ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ (click it)
Διδώ Σωτηρίου (click it)

Τραγούδια:
Από το δίσκο
ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ (click it)
Απόστολος Καλδάρας,(click it) - Πυθαγόρας (click it)