Smile, without a reason why love, as if you were a child smile, no matter what they tell you don't listen to a word they say cause life is beautiful that way!
**** Tears, a tidal wave of tears light, it's slowly disappears wait, before you close the curtain there's still another game to play and life is beautiful that way!
**** Here with these eyes forevermore I will always be as close as you remember from before...
now that you're out there on your own remember what is real and what we dream is love alone!
**** Keep the laughter in your eyes soon you 're long awaited prize we'll forget about our sorrows and think about a brighter day cause life is beautiful that way!
**** We'll forget about our sorrows and think about a brighter day, cause life is beautiful that way there's still another game to play and life is beautiful that way!
Βάζω λίγο σκοτάδι και λιγάκι βροχή για να σου φτιάξω μια παράξενη αρχή και να σε ξεμακρύνω λίγο από τη σκέψη σου που έτσι κι αλλιώς ξεσυνερίζεται το κέφι σου. Σε πάω σε δρόμο μικρό, σε σοκάκι παλιό, σ' ένα αιώνια ποτισμένο απ' το κρασί καπηλειό. Μέρος κακόφημο, ακόμα και για το στοχασμό μου που ούτε κι ο φόβος δε με φέρνει στ’ όνειρό μου. Εδώ λοιπόν, θα μοιραστώ μια ιστορία μαζί σου που 'ναι σα να συνέβη χθες και ορκίσου αν σε πειράξει τόσο που ντραπείς, πουθενά να μη την πεις.
– Καλώς ήρθες ξένε στον τόπο μου άραξε δίπλα να σου βάλω ένα κρασί να πιείς, συγχώρεσέ με λιγάκι για τον τρόπο μου μα με βρήκες στην αγκαλιά της ντροπής. Ξέμεινα μόνος μου, πάρε και κάτσε όπου θες κουρασμένο σε βλέπω πρέπει καιρό να γυρίζεις, όμως μέσα στη ζαλάδα μου και πίσω απ' τις σκιές σα να μου φαίνεται πως κάτι μου θυμίζεις.
– Γεια σου και σένα, έλειπα χρόνια ήμουνα κάπου μακριά με φέραν πίσω δυνατές φωνές και κάποιες τύψεις που μου είπαν πως εδώ κοντά έχω γεννηθεί κι έχω πεθάνει δυο χιλιάδες φορές.
– Ω, να τα μας, καλά είπα όταν σε είδα πώς σίγουρα παράξενα θα πρέπει να μιλάς, από άλλο κόσμο έχεις απάνω σου σφραγίδα αυτά τα αγκάθια στο κεφάλι και τα ρούχα που φοράς.
– Κάποτε κάποιοι μου το φόρεσαν για στέμμα και με χλευάζανε μεγάλο βασιλιά, ακόμα τρέχει από τότε φρέσκο αίμα σ' αυτά που ανέβηκαν του χρόνου τα σκαλιά. Γι αυτό με βλέπεις μέσα στις σκιές σαν να φοβάμαι και να θέλω να γλιτώσω, μια προσευχή σ' ένα περβόλι με ελιές δε με αφήσανε ποτέ να την τελειώσω.
– Κι όμως μυρίζεις ουρανό και χώματα κι αυτή την όμορφη δροσιά της σιωπής.
– Είναι που μ' έφεραν εδώ αλλόκοτα μαλώματα άκου, λοιπόν, τι θα τους πεις: Αφού φωνάζουν όλοι αυτοί κι αφού σκοτώνουν στ’ όνομα μου, πες αναβάλλεται η γιορτή πάω να ξαπλώσω στα καρφιά μου. Πες τους ο χρόνος πώς τρελάθηκε δεν κάνει στάση Γολγοθά πες ο παράξενος πώς χάθηκε κι έφυγε οριστικά.
– Μπερδεμένα μου τα λες αλλά γουστάρω πρέπει να σπούδασες την τέχνη του μυαλού ή σαν κι μένα όταν με πιάνει και σαλτάρω και πίνω εδώ, με πιάνει αλλού.
– Γι' αυτό και εγώ ήρθα εδώ και σε διάλεξα πιωμένο για να μπορέσεις την αλήθεια να τους πεις, κάτω από το φως το μέτωπο έχεις ιδρωμένο μα το προσέχεις καθαρό, δε θα ντραπείς. Οι άλλοι παίξανε μαζί μου στους αιώνες αυτοκράτορα με χρίσανε με κάναν στρατηγό, τα απλά μου λόγια τα σκορπίσαν σαν κανόνες και δεν ήξερα τίποτα εγώ.
– Που με βρήκες εδώ κάτω τι με θες; Το μυαλό μου δεν σαλεύει από κούνια, σα να γεννήθηκα μου φαίνεται χτες ενώ έξω υπάρχουν έξυπνοι μιλιούνια.
– Αυτούς τους είδα, τους άκουσα, τους νιώθει το πετσί μου προτιμώ τα καρφιά που με κρατάνε στο σταυρό, αυτοί πουλήσαν ακριβά τη γέννησή μου, αυτοί φυλάνε το σκοτάδι θησαυρό. Πες στους εχθρούς μου ότι είχαν λόγο καλό και θα τους σέβομαι γιατί πιο τίμια σταθήκαν όταν με σκότωναν, κοιτούσαν ουρανό κι έτσι προλάβαν από εκεί συγχωρεθήκαν.
– Ωραίος, παράξενε φίλε μου, απόψε για την ανημποριά μου βρήκες σκοπό πάρε μια κούπα πάρε ψωμί και κόψε να τελειώσω το κρασί μου και θα πάω να τους πω: Αφού φωνάζουν όλοι αυτοί κι αφού σκοτώνουν στ’ όνομα σου, θα πω αναβάλλεται η γιορτή πας να ξαπλώσεις στα καρφιά σου. Θα πω ο χρόνος πώς τρελάθηκε δεν κάνει στάση Γολγοθά, θα πω ο παράξενος πώς χάθηκε κι έφυγε οριστικά.